Η Νέα Ενεργειακή Εξίσωση της Γερμανίας
- Λεπτομέρειες
- Κατηγορία: ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ - ΕΡΕΥΝΕΣ
- Δημοσιεύτηκε στις Δευτέρα, 01 Ιουνίου 2026 16:06
Άρθρο του Λεωνίδα Δημητριάδη – Ευγενίδη
Προέδρου του Ομίλου Ευγενίδη
Η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία παρουσιάζεται συχνά ως μια επιτυχής προσπάθεια απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Και πράγματι, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού της και να ενισχύσει σημαντικά την ενεργειακή της ασφάλεια.
Όμως κάθε στρατηγική επιλογή συνοδεύεται από κόστος και συμβιβασμούς. Και η Γερμανία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Για δεκαετίες, η γερμανική βιομηχανία στηρίχθηκε σε ένα μοντέλο που συνδύαζε τεχνολογική υπεροχή, εξαγωγικό προσανατολισμό και σχετικά φθηνή ενεργειακή τροφοδοσία μέσω αγωγών. Η μετάβαση από το ρωσικό φυσικό αέριο στο LNG δεν σήμαινε απλώς αλλαγή προμηθευτή. Σήμαινε μετάβαση από ένα ηπειρωτικό σύστημα αγωγών σε μια παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Σήμερα ένας μεγάλος βιομηχανικός καταναλωτής στις Ηνωμένες Πολιτείες αγοράζει φυσικό αέριο με κόστος περίπου 0,018 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Στη Γερμανία το αντίστοιχο κόστος διαμορφώνεται κοντά στα 0,07 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Με άλλα λόγια, η γερμανική βιομηχανία μπορεί να πληρώνει έως και τέσσερις φορές περισσότερο για την ίδια ενεργειακή πρώτη ύλη.
Ωστόσο, θα ήταν υπερβολική απλούστευση να αποδοθεί η σημερινή πρόκληση της γερμανικής οικονομίας αποκλειστικά στην ενέργεια. Οι γερμανικές επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μια τάση πολλών δεκαετιών. Η αμερικανική οικονομία προσφέρει εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερα ελκυστικό επενδυτικό περιβάλλον, με ταχύτερες αδειοδοτήσεις, χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση και μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας.
Επιπλέον, πολλοί Γερμανοί επιχειρηματίες επισημαίνουν ότι ορισμένα από τα παραδοσιακά πλεονεκτήματα της χώρας έχουν σταδιακά αποδυναμωθεί. Η ποιότητα των υποδομών, η ταχύτητα της δημόσιας διοίκησης, η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και η δημογραφική εξέλιξη δεν αποτελούν πλέον τα αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα που ήταν πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες.
Με άλλα λόγια, το υψηλό ενεργειακό κόστος δεν δημιούργησε μόνο του το πρόβλημα. Λειτουργεί όμως ως επιταχυντής μιας ευρύτερης διάβρωσης της ανταγωνιστικότητας.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν ήταν λανθασμένη. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει αξία και η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού προσφέρει σημαντικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα. Η Ευρώπη δεν αγόρασε μόνο LNG. Αγόρασε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, στρατηγική ευελιξία και μικρότερη εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: μπορεί η Γερμανία να ανανεώσει το παραγωγικό της μοντέλο σε έναν κόσμο όπου η ενέργεια είναι ακριβότερη, η δημογραφία δυσμενέστερη, ο διεθνής ανταγωνισμός εντονότερος και η τεχνολογική μετάβαση ταχύτερη από ποτέ;
Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί όχι μόνο το μέλλον της γερμανικής οικονομίας αλλά και η πορεία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας συνολικά.
