Η νέα «ασφάλεια» της ΕΕ στις ξένες επενδύσεις και τι σημαίνει πρακτικά για τα ελληνικά ιδιωτικοποιημένα λιμάνια
- Λεπτομέρειες
- Κατηγορία: ΝΕΑ
- Δημοσιεύτηκε στις Δευτέρα, 02 Φεβρουαρίου 2026 11:37
Του Γιώργου Σ. Σκορδίλη
Οι ξένες επενδύσεις σταδιακά παύουν να αντιμετωπίζονται ως καθαρά εθνική υπόθεση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μεταφέρει το ζήτημα στο κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας, αντιμετωπίζοντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς κρίσιμων υποδομών όχι ως θέμα «ανάπτυξης» αλλά ως θέμα ανθεκτικότητας, ελέγχου και στρατηγικής αυτονομίας. Αυτό είναι το νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κριθεί η επόμενη ημέρα για λιμάνια όπως ο Πειραιάς, η Ηγουμενίτσα και το Ηράκλειο, όχι με όρους μόνο οικονομικών αποτελεσμάτων, αλλά με όρους γεωπολιτικής.
Η ψήφιση του αναθεωρημένου μηχανισμού ελέγχου ξένων επενδύσεων (FDI screening) από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την περασμένη εβδομάδα δεν σχεδιάστηκε για να ακυρώσει ή να «ξηλώσει» υφιστάμενες επενδύσεις σε κράτη-μέλη. Δεν αποτελεί δηλαδή μια διαδικασία επιστροφής στο παρελθόν. Όμως φέρνει μια ουσιαστική μεταβολή καθώς αλλάζει τους κανόνες για το μέλλον και μετατρέπει την εξέλιξη των σημερινών επενδύσεων σε πεδίο αυστηρότερης και πιο τυποποιημένης ευρωπαϊκής επιτήρησης.
Η βασική αλλαγή είναι η προσπάθεια επιβολής ενός κοινού ελάχιστου βαθμού εναρμόνισης ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι περιορίζονται τα διαφορετικά εθνικά μέτρα, οι καθυστερήσεις, τα «παραθυράκια» και τα διοικητικά κενά που στο παρελθόν επέτρεπαν σε μια επένδυση να προχωρά γρήγορα επειδή απλώς μια κυβέρνηση το ήθελε ή επειδή δεν υπήρχε ισχυρό πλαίσιο υποχρεωτικής εξέτασης.
Ο έλεγχος ξένων επενδύσεων δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια ευχέρεια της κάθε χώρας. Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε κάτι συγκεκριμένο, οι χειρισμοί γύρω από κρίσιμες υποδομές δεν θα εξαντλούνται πλέον στον εθνικό φάκελο, αλλά θα κρίνονται μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλέγμα εποπτείας και αξιολόγησης.
Γιατί τα λιμάνια μπαίνουν στο «κόκκινο»
Η ΕΕ δεν κρύβει πλέον τη στόχευσή της: στρατηγικοί τομείς βρίσκονται σε προτεραιότητα. Στην πρώτη γραμμή μπαίνουν λιμενικές υποδομές, logistics, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες και ψηφιακά συστήματα – δηλαδή όλα όσα συνδέονται με τη ροή εμπορευμάτων και δεδομένων, τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας και την ικανότητα μιας χώρας (και της ίδιας της ΕΕ) να αντέξει κρίσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πειραιάς, η Ηγουμενίτσα ή το Ηράκλειο δεν είναι απλώς «επενδύσεις που απέδωσαν». Είναι υποδομές με γεωοικονομικό και γεωπολιτικό βάρος. Κάθε επόμενη κίνηση γύρω από αυτές –επέκταση, σύμβαση, αλλαγή στο επιχειρησιακό μοντέλο, διεύρυνση δραστηριοτήτων– αποκτά άλλη βαρύτητα, γιατί μεταφράζεται αυτομάτως σε πιθανό ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Το πρώτο πρακτικό μήνυμα για επενδύσεις όπως της COSCO στον ΟΛΠ ή του Ομίλου Γκριμάλντι σε Ηγουμενίτσα και Ηράκλειο είναι σαφές, το υφιστάμενο καθεστώς δεν ακυρώνεται. Όμως το «οτιδήποτε νέο» γίνεται πιο δύσκολο.
Κάθε επέκταση, κάθε αλλαγή στη δομή, κάθε νέα σύμβαση ή κάθε κίνηση που διευρύνει την επιρροή στον περίγυρο των λιμανιών θα εξετάζεται σε αυστηρότερο περιβάλλον, με αυξημένη πιθανότητα ελέγχου και πιο βαριά διαδικασία. Η ΕΕ δεν δείχνει ότι “κηρύσσει πόλεμο” στις υφιστάμενες επενδύσεις. Δείχνει όμως ότι επιχειρεί να αποτρέψει την ανεξέλεγκτη επέκτασή τους χωρίς σαφείς θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες.
Το δεύτερο κρίσιμο σημείο αφορά τον έλεγχο της έμμεσης επιρροής. Το αναθεωρημένο πλαίσιο καλύπτει ευρύτερα σχήματα όπου ένας επενδυτής μπορεί να εμφανίζεται τυπικά ως «ευρωπαϊκός», αλλά στην πράξη να ελέγχεται ή να κατευθύνεται από τρίτη χώρα.
Αυτή η πρόβλεψη έχει ιδιαίτερη πρακτική αξία γιατί χτυπά μια γνωστή διαδρομή, εταιρικές δομές πολλαπλών επιπέδων, θυγατρικές, σχήματα εντός ΕΕ ή “ενδιάμεσοι” φορείς που έδιναν στην επένδυση χαρακτήρα ενδοευρωπαϊκής συναλλαγής, ενώ ο πραγματικός έλεγχος βρισκόταν αλλού.
Το νέο μοντέλο κοιτάει τον τελικό επενδυτή και όχι τη νομική βιτρίνα. Για τον Πειραιά –όπου το οικοσύστημα logistics, υπηρεσιών, υπεργολαβιών, συμπράξεων και πρόσβασης σε κρίσιμες λειτουργίες γύρω από το λιμάνι είναι ουσιαστικό– αυτό σημαίνει πιο απαιτητική τεκμηρίωση, περισσότερη διαφάνεια και στενότερη παρακολούθηση.
Το τρίτο στοιχείο είναι η αυστηροποίηση των διαδικασιών μέσω ενός πιο καθαρού διφασικού ελέγχου. Αυτό, για την πραγματική οικονομία, δεν είναι θεωρητικό, αλλά σημαίνει περισσότερες απαιτήσεις σε πληροφορίες, μεγαλύτερο κίνδυνο καθυστέρησης σε επενδυτικά σχέδια και αυξημένη ανάγκη νομικής θωράκισης πριν προχωρήσει οποιαδήποτε συμφωνία.
Όταν μια υπόθεση περνά στη δεύτερη φάση, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν η επένδυση είναι «καλή» ή αν είναι «κερδοφόρα». Το ερώτημα γίνεται αν η επένδυση:
Επηρεάζει κρίσιμες λειτουργίες,
Δημιουργεί εξαρτήσεις που δεν ανατρέπονται εύκολα,
Δίνει πρόσβαση σε δεδομένα ή επιχειρησιακό έλεγχο,
Επηρεάζει την ανθεκτικότητα σε κρίσεις ή σε γεωπολιτικές εντάσεις.
Για μεγάλα λιμάνια, αυτά δεν λύνονται με μια τυπική γνωμοδότηση. Μπαίνουν στο πεδίο της στρατηγικής αξιολόγησης, με πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις.
Το τέταρτο –και ίσως πιο ευαίσθητο– σημείο είναι η δυνατότητα ελέγχου μη γνωστοποιημένων συναλλαγών εκ των υστέρων. Αυτό δεν σημαίνει ότι ξανανοίγουν παλιές συμβάσεις από το μηδέν. Δημιουργεί όμως ένα νέο ρίσκο για κινήσεις που έγιναν χωρίς screening επειδή κρίθηκαν «μικρές», «δευτερεύουσες» ή «τεχνικές».
Στην πράξη, η Ευρώπη δίνει στα κράτη-μέλη δυνατότητα να ανακτούν έλεγχο σε γκρίζες ζώνες. Για το οικοσύστημα μιας μεγάλης επένδυσης, αυτό σημαίνει ότι η εποχή του «δεν το δηλώσαμε γιατί δεν χρειαζόταν» σταδιακά τελειώνει. Το παιχνίδι γίνεται πιο αυστηρό όχι μόνο στις μεγάλες υπογραφές, αλλά και στις κινήσεις γύρω από αυτές.
Τι φέρνει ο νέος Κανονισμός στην Ελλάδα
Η ΕΕ δεν κλείνει την πόρτα στις επενδύσεις τρίτων χωρών. Την κρατά όμως μισάνοιχτη και με «πόρτα ασφαλείας». Αυτό μεταφράζεται σε ένα νέο μοντέλο όπου οι ιδιωτικοποιημένες λιμενικές υποδομές δεν θα κριθούν με τους όρους της προηγούμενης δεκαετίας.
Για την Ελλάδα, ο Πειραιάς παραμένει μια επένδυση-κλειδί, αλλά το πλαίσιο λειτουργίας και επέκτασής του περνά σε άλλη φάση, λιγότερη πολιτική άνεση, περισσότερη θεσμική επιτήρηση, μεγαλύτερη ανάγκη για κανόνες που αντέχουν σε ευρωπαϊκό έλεγχο. Το ίδιο ισχύει, σε διαφορετική κλίμακα, για την Ηγουμενίτσα και το Ηράκλειο, καθώς η ΕΕ αντιμετωπίζει τα λιμάνια ως κόμβους που επηρεάζουν συνολικά την ασφάλεια, τη διασύνδεση και την εφοδιαστική της επάρκεια.
Και αυτό είναι, τελικά, το πρακτικό συμπέρασμα, οι επενδύσεις δεν τελειώνουν εκεί που τελειώνει το τίμημα της ιδιωτικοποίησης. Η πραγματική «νέα εποχή» ξεκινά στη διαχείριση της επόμενης μέρας και αυτή η επόμενη μέρα γίνεται πια περισσότερο ευρωπαϊκή παρά εθνική.
